Όχι! H Λατινική Αμερική δεν είναι ένα πολιτικό σκιάχτρο!

Όχι! H Λατινική Αμερική δεν είναι ένα πολιτικό σκιάχτρο!

 hugo_chavez_fidel_castro_evo_morales_plaza_revolucion_habana.jpg_1718483347

Απέναντι στην αμφισβητήσιμη αντιμετώπιση της αριστεράς της Λατινικής Αμερικής από τα γαλλικά μέσα ενημέρωσης, μια ομάδα ερευνητών και ειδικών της χώρας θέλησε να αποκαταστήσει από αυτό το βήμα μερικές αντι-αλήθειες.

 Με την ιδιότητά μας ως ερευνητές και ειδικοί στη Λατινική Αμερική, η παρουσία αυτής της περιοχής στη γαλλική προεκλογική εκστρατεία θα έπρεπε να αποτελεί την αιτία για πανηγυρισμούς.

Ωστόσο, παρατηρούμε με ανησυχία την αντιμετώπισή της από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Μετά από κάποιες χιουμοριστικές αναφορές στο νησιωτικό χαρακτήρα της Guayana, μας ανησύχησε ο βαθμός της παραπληροφόρησης που αποδεικνύουν οι πρόσφατες διαμάχες οι οποίες εμπεριέχουν από απλουστευτικές έως εντελώς ευφάνταστες ερμηνείες.

Αυτό μας ανησυχεί ακόμη περισσότερο, διότι διαπιστώνουμε ότι μεγάλες εγχώριες εφημερίδες κινητοποιούν σύνθετα πολιτικά πρόσωπα της πρόσφατης ιστορίας για να τροφοδοτήσουν μια σύγχυση που υπάρχει ήδη μεταξύ ριζοσπαστικής αριστεράς και αυταρχισμού, όπως είναι για παράδειγμα ο συγκλονιστικός τίτλος της εφημερίδας «Le Figaro»: «ΚΑΣΤΡΟ, ΤΣΑΒΕΣ, … ΜΕΛΑΝΣΟΝ, Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΩΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΩΝ ΔΙΚΤΑΚΤΟΡΩΝ;»

Δεν μπορούμε παρά να αναρωτηθούμε: έγκειται απλώς στην πρόκληση τρόμου σε ένα ακροατήριο αναποφάσιστων ψηφοφόρων;

Πράγματι, πολλά μέσα ενημέρωσης δεν φαίνεται να διατηρούν σε ισορροπία την αριστερά της Λατινικής Αμερικής, αλλά μόνο τα στοιχεία που μπορούν να συμβάλουν έτσι ώστε να την παρουσιάσουν ως σκιάχτρο με απώτερο σκοπό να υπονομεύσουν την αξιοπιστία των πολιτικών κινημάτων που εμπνέονται εν μέρει από αυτήν.

Αντιμέτωπα με πολύπλοκα και συχνά άγνωστα ζητήματα, ορισμένα μέσα μαζικής ενημέρωσης τείνουν να αποκτούν ελευθερίες με την ιστορία και τη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα της περιοχής. Ακόμη και στα δημόσια μέσα μαζικής ενημέρωσης, όπως είναι το τηλεοπτικό κανάλι France 2 για παράδειγμα, όπου ένα ρεπορτάζ του 2012 σχετικά με την επανεκλογή του Ούγκο Τσάβες ήταν γεμάτο από «χοντρά» λάθη και συμπεράσματα, ή πιο πρόσφατα το Μάιο του 2016 όταν παρενέβη ο François Lenglet στο πρόγραμμα «Des paroles et des actes» (Λόγια και Πράξεις) και αβάσιμα κατηγόρησε τον πρόεδρο Έβο Μοράλες για διαφθορά.

Πέρα από τις ανακρίβειες, διαπιστώνουμε μια γενική έλλειψη ενδιαφέροντος για μια πραγματική κατανόηση των κοινωνικών και πολιτικών μετασχηματισμών.

Μερικοί δημοσιογράφοι γνωρίζουν εις βάθος τα σύγχρονα προβλήματα της Λατινικής Αμερικής και καλούν εμπειρογνώμονες ικανούς να προτείνουν πολύ οξείες αναλύσεις, ιδίως στην περίπτωση της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής κρίσης στη Βενεζουέλα. Αλλά συχνά σχολιαστές με τη μεγαλύτερη επιρροή μεταφέρουν συχνά μια κατακερματισμένη και στερεότυπη άποψη της κατάστασης. «Βενεζουέλα; Εύκολο! Πολύ πετρέλαιο, αυταρχικοί πρόεδροι που μονοπωλούν την τηλεόραση, περιορισμένη σίτιση και διαδηλώσεις!».

Η μακροπρόθεσμη ανάλυση των διαρθρωτικών αιτίων είναι προφανώς λιγότερο ελκυστική για την κατανόηση των σύγχρονων οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών πραγματικοτήτων.

Παρά την θεμελιώδη φύση του, δεν αντιμετωπίζεται το θέμα της ένταξης των χωρών της Λατινικής Αμερικής στον διεθνή καταμερισμό εργασίας και των «άνισων ανταλλαγών». Ωστόσο, ένας από τους κύριους παράγοντες για τις οικονομίες των χωρών αυτών έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την εξαγωγή των πρώτων υλών και ότι η αστάθεια των τιμών αυτών έχει άμεσο αντίκτυπο στις συναλλαγματικές ισοτιμίες και στις εγχώριες χρηματοοικονομικές αγορές. Στον ακαδημαϊκό χώρο, αυτό που θεωρητικολογήθηκε ως «ολλανδική ασθένεια» ή «η κατάρα των φυσικών πόρων» (οι μακροπρόθεσμες οικονομικές επιδόσεις μιας χώρας είναι αντιστρόφως ανάλογες με το εύρος των φυσικών πόρων), φαίνεται να είναι άγνωστη στις δημοσιογραφικές αναλύσεις που αποκαλούνται επιστημονικές και αντικειμενικές.

Σκοπός μας εδώ δεν είναι να εξηγήσουμε πόσο μάλλον να δικαιολογήσουμε τα λάθη των κυβερνήσεων που ανήλθαν στην εξουσία από το 2000.

Το αντίθετο, καλούμαστε να αναπτύξουμε πραγματικές κριτικές αναλύσεις και να ξεπεράσουμε την ύπνωση του στιγμιαίου. Έτσι, μπορούν να ξεπεραστούν οι απλουστευτικές ερμηνείες που ορίζουν τα καθεστώτα ως «καλά» ή «κακά» και να κατανοηθούν οι ιστορικές διεργασίες που παράγουν ιδιαίτερες καταστάσεις.

Ο μεγάλος σχηματισμός του νέου κύματος της αριστεράς

Τι ήταν η Βενεζουέλα πριν τον Τσάβες; Το Εκουαδόρ πριν τον Κορέα; Η Βολιβία πριν τον Μοράλες; Η Βραζιλία πριν τον Λούλα; Η Αργεντινή πριν τον Κίρχνερ;

Αφετηρία μας ένα συγκεκριμένο θέμα: ο πληθωρισμός στην Αργεντινή κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης Κίρχνερ. Για να το σχολιάσουμε, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η διαρθρωτική αδυναμία του νομίσματος της Αργεντινής, λόγος που προκάλεσε τον υπερπληθωρισμό κατά τη διάρκεια της προεδρίας του Ραούλ Αλφονσίν το 1988.

Θα πρέπει να θυμίσουμε την εκ νέου εξειδίκευση της οικονομίας γύρω από την εξαγωγή γεωργικών προϊόντων στα τέλη του 1979 με την παύση των πολιτικών εκβιομηχάνισης για την αντικατάσταση των εισαγωγών, που ενισχύθηκε από τις δρακόντειες προϋποθέσεις που επιβλήθηκαν από το  νομισματικό συμβούλιο και τα μέτρα που εφαρμόστηκαν στα τέλη της δεκαετίας του Κάρλος Μένεμ. Ο τελευταίος, εκτέλεσε κατά γράμμα τα προγράμματα διαρθρωτικής προσαρμογής που συνέστησε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), μέσω της ιδιωτικοποίησης υποδομών, δημοσίων επιχειρήσεων και ολόκληρων τομέων κοινωνικών υπηρεσιών.

Επίσης, δεν μπορούμε να μην αναφέρουμε τις προϋποθέσεις εισαγωγής των νεοφιλελεύθερων πολιτικών, τόσο στην Αργεντινή όσο και στη Χιλή –που θεωρήθηκε από πολλούς ιστορικούς ως «εργαστήριο» στο οποίο το σοκ ήταν ιδιαίτερα βίαιο- από δικτατορίες που σχετίζονται με τις εγχώριες οικονομικές ελίτ, με την υποστήριξη των ΗΠΑ μέσα από την περίφημη «επιχείρηση Κόνδωρ», εργαλείο  αγώνα κατά των κομμουνιστών και της αριστεράς. Κάθε ερώτημα μοιάζει να είναι μία κλωστή από ένα τεράστιο κουβάρι ιστορικών και πολιτικών διαδικασιών. Ο χρόνος και η πολυπλοκότητα των καταστάσεων δεν μπορούν να εξηγηθούν με συνέπεια από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, αλλά θα πρέπει τουλάχιστον να παρέχουν στοιχεία για να τροφοδοτηθούν οι αναλύσεις.

Οι κυβερνήσεις που προηγήθηκαν του «κύματος της αριστεράς» στη Λατινική Αμερική, οδήγησαν τις αντίστοιχες χώρες στις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές κρίσεις. Παρόλα αυτά, παρά τις αυταρχικές πολιτικές και τα καταστροφικά οικονομικά αποτελέσματα, οι επιλογές αυτών των ηγετών σπάνια αμφισβητούνται από τα γαλλικά μέσα ενημέρωσης, λες και η υπακοή στους κανόνες του ΔΝΤ να εγγυάται την καλή πορεία για τις «περιφερειακές χώρες».

Σαφώς, οι νέες αριστερές κυβερνήσεις δεν απολαμβάνουν την ίδια μιντιακή επιείκεια.

Ωστόσο, τα κοινωνικά και δημοκρατικά τους αποτελέσματα είναι πολλά. Τα ολισθήματα και οι αποτυχίες είναι αρκετά γνωστά και έχουν συζητηθεί στη Γαλλία, οπότε δεν χρειάζεται να αναφερθούν. Ας κάνουμε λοιπόν μία σύντομη επισκόπηση των επιτυχιών τα τελευταία 15 χρόνια.

Αυτά τα πολιτικά κινήματα προέρχονται από τις κοινωνικές κινητοποιήσεις των δεκαετιών του 1990 και του 2000 και δομήθηκαν γύρω από τα συνδικάτα, ομάδες ακτιβιστών για τα δικαιώματα των ιθαγενών λαών, συλλογικότητες και τοπικές δράσεις, κινήματα για την υπεράσπιση του περιβάλλοντος και του φεμινιστικού κινήματος. Στον πολιτικό στίβο, χαρακτηρίζονται από τη βούληση να βρεθούν μεταξύ σοσιαλδημοκρατίας και ριζοσπαστικής αριστεράς. Οι πρακτικές μετατόπισης της πρόσβασης στη θεσμική πολιτική θα έπρεπε να επιτρέψουν την επανοικειοποίηση της πολιτικής και τη διεύρυνση της συμμετοχής.

Με αυτή την έννοια, οι συνταγματικές μεταρρυθμίσεις επέτρεψαν την εισαγωγή των ανακλητικών δημοψηφισμάτων στη Βενεζουέλα, στη Βολιβία και στο Εκουαδόρ, τη συνταγματοποίηση της καλής διαβίωσης. Παρά τις κάποιες ομοιότητες, αυτή η «νέα αριστερά» ποικίλει εξαιρετικά και περιλαμβάνει τόσο τις μπολιβαριανές κυβερνήσεις όσο και την οικο-σοσιαλιστική έμπνευση κατά του νεοφιλελευθερισμού (Βενεζουέλα, Εκουαδόρ, και Βολιβία) όσο και προοδευτικές κοινωνικό-φιλελεύθερες κυβερνήσεις (Αργεντινή, Βραζιλία, Ουρουγουάη και ως ένα βαθμό Χιλή).

Στο κοινωνικό επίπεδο, οι ακραίες ανισότητες της ηπείρου δεν είναι δυστυχώς, πρόσφατες, ούτε οφείλονται στις κυβερνήσεις της αριστεράς.

Μέσα από τις διαφορετικές στρατηγικές και χωρίς να να καταφέρουν να απελευθερωθούν από το εισόδημα που προέρχεται από την εξαγωγή πρώτων υλών, οι δημόσιες πολιτικές αυτών των χωρών έχουν συγκεντρώσει τις προσπάθειές τους στη μείωση του κοινωνικού χάσματος. Παρά την οικονομική κρίση, το 2000 δόθηκε η δυνατότητα σε πάνω από 30 εκατομμύρια Βραζιλιάνους να ξεπεράσουν τη φτώχεια. Στη Βολιβία το ποσοστό του πληθυσμού που ζούσε σε συνθήκες ακραίας φτώχειας έπεσε από το 66,4% το 2000, στο 38,9% το 2015, ενώ στο Εκουαδόρ έπεσε από το 44,6% το 2004, στο 22,5% το 2014.

Στη Βενεζουέλα, το ποσοστό εγγραφής στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση αυξήθηκε από το 47% το 1995 στο 75% το 2007, ενώ ο συντελεστής Gini [1] έπεσε από το 435 στο 0,402 και ανεγέρθηκαν χιλιάδες κατοικίες. Υπό τις Προεδρίες Κίρχνερ  (2003-2015), στην Αργεντινή ξεκίνησε μια διαδικασία ανοικοδόμησης των θεμελίων του κράτους πρόνοιας μέσω της δημιουργίας ενός καθολικού επιδόματος για τα παιδιά, για τις συντάξεις και τη διασφάλιση της ελεύθερης παροχής των δημόσιων υπηρεσιών (υγεία, παιδεία).

Τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και η πολιτική πόλωση

Η πλειοψηφία των μέσων ενημέρωσης ανήκουν σε μεγάλους δημοσιογραφικούς ομίλους που παράλληλα αποτελούν και σημαντικούς πολιτικούς παράγοντες. Στην Λατινική Αμερική μια έκθεση του Observacom [2] αξιολόγησε πως αυτό ισχύει για ένα ποσοστό 60% του συνόλου στην περιοχή. Σε αυτό το πλαίσιο, κάποιες κυβερνήσεις προσπάθησαν να βρουν εναλλακτικές για τη διασφάλιση του πλουραλισμού των μέσων ενημέρωσης και την ελευθερία έκφρασης.

Παράδειγμα αποτελεί ο Νόμος των Μέσων στην Αργεντινή, του οποίο στόχος είναι ο περιορισμός της συγκέντρωσης των μέσων ενημέρωσης σε μεγάλους ομίλους, η ενίσχυση των μέσων του δημοσίου τομέα και η προώθηση των συνεργατικών, συνεταιριστικών και τοπικών ΜΜΕ. Διαβλέποντας τον κίνδυνο για την εμπορική του επέκταση, ο όμιλος Clarin, ένας από τους βασικότερους ειδησεογραφικούς ομίλους της Αργεντινής[3] μετετράπη σε μεγάλο αντίπαλο της κυβέρνησης Κίρχνερ. Αντιδρώντες σε αυτή τη συμπεριφορά, τα δημόσια ΜΜΕ κάποιων χωρών μετετράπηκαν με τη σειρά τους σε βήμα για την προώθηση των αντίστοιχων κυβερνήσεών τους, ενισχύοντας έτσι το μηχανισμό πόλωσης.

Η πολιτική πόλωση είναι, επομένως, έργο των ΜΜΕ.

Η ταχύτητα με την οποία ο νέος Αργεντινός πρόεδρος, Μαουρίσιο Μάκρι, κατήργησε το Νόμο των Μέσων δείχνει το πόσο σημαντικό ρόλο παίζουν τα ΜΜΕ για την λατινοαμερικανική δεξιά. Δυστυχώς, ο γαλλικός τύπος – ίσως υπερβολικά σίγουρος για την δημοσιογραφική του αμεροληψία – επανεξετάζει συχνά αναλύσεις υπέρ των συντηρητικών και των νεοφιλελεύθερων. Έτσι, η κρίση στη Βραζιλία, η οποία επέτρεψε την εγκαθίδρυση της ακραίας φιλελεύθερης κυβέρνησης του Μισέλ Τέμερ, ειδώθηκε από την σκοπιά των μέσων που στήριζαν την οικονομική ελίτ, όπως το Globo, τo Folha de São Paulo, το Estadãode São Paulo και το Veja, που συμμετείχαν περισσότερο ή λιγότερο στην καθόλου δημοκρατική καθαίρεση της Ντίλμα Ρούσεφ.

Έτσι έχει γαλουχηθεί η άγνοια των δημοκρατικών και πολιτικών εξελίξεων που επηρεάζουν τις λατινοαμερικάνικες κοινωνίες. Πέρα από τις κυβερνητικές πολιτικές, η παρατήρηση της Λατινικής Αμερικής μόνο μέσω της βολικής καταγγελίας των τσαβικών ή καστρικών εκτροπών ή μιας συγκαταβατικής μιζέριας συμβάλλει στη διατήρηση ευρωκεντρικών αποτυπώσεων που αρνούνται κάθε αυθεντική, δημιουργική κι απελευθερωτική δύναμη, ιδιαίτερα καινοτόμες στο κοινωνικό-πολιτικό πλαίσιο, που συχνά προκαλούνται από συλλογικές κινητοποιήσεις.

Αυτές οι τελευταίες, όπως και όλα τα κοινωνικά κινήματα συλλογικής οργάνωσης «της βάσης», ελάχιστα προβάλλονται στα κύρια μέσα μαζικής ενημέρωσης, παρά το γεγονός ότι αποτελούν σήμερα ένα από τα πιο ενδιαφέροντα πολιτικά φαινόμενα.

Η πολύ κατά προσέγγιση εικόνα που δίνουν αυτά τα μέσα για τις διάφορες πραγματικότητες της Λατινικής Αμερικής ευνοεί την επικράτηση μιας γενικευμένης παραπληροφόρησης, η οποία επιτρέπει σε λίγο σοβαρά δημοσιεύματα να έχουν μεγάλη επιτυχία και εντάσσοντάς τα στο ομιχλώδες τοπίο. Έτσι, όταν ένα άρθρο ύπουλα συσχετίζει τη σύγχρονη κατάσταση με τις στρατιωτικές δικτατορίες της δεκαετίας του 1960, του 1970 και του 1980, η γραμμή του, που εξυπηρετεί αυτήν ακριβώς τη δημαγωγία που υποτίθεται ότι καταγγέλλουν, φαίνεται σχεδόν αποδεκτή. Πώς να μην αντιδράσουμε και να μην καταδικάσουμε αυτά τα επιχειρήματα, όσο εξακολουθούν να ζουν μαζί μας εξόριστοι πολιτικοί και τα παιδιά τους;

Είναι ατυχές το γεγονός ότι στον πολιτικό στίβο οι γυναίκες και οι άνδρες στρεβλώνουν την κοινωνική πραγματικότητα για να την χειραγωγήσουν υπέρ τους.

Σε αυτή την περίπτωση, αν μπορούμε να επικρίνουμε τον Ζαν-Λυκ Μελανσόν επειδή αναφέρεται μόνο στις επιτυχίες της αριστεράς της Λατινικής Αμερικής, σε καμία περίπτωση δεν είναι λογικό ή νόμιμο να αντιτάξουμε μια εκ διαμέτρου αντίθετη ανάγνωση: ο ρόλος του δημοσιογράφου, όπως και του ερευνητή, είναι να  προσπαθεί να κάνει τον κόσμο πιο κατανοητό. Ωστόσο, εδώ και περίπου δέκα ημέρες, βλέπουμε μια πολύ αμφισβητήσιμη παρουσίαση της Λατινικής Αμερικής στον γαλλικό τύπο. Τροφοδοτούμενοι τόσο από έναν πολιτικό και εκλογικό κυνισμό καθώς και από έναν λανθάνοντα ευρωκεντρισμό, μειώνουν την ιστορία της Λατινικής Αμερικής και την κοινωνική και πολιτική της πολυπλοκότητα σε καρικατούρα. Μερικά παραδείγματα της Λατινικής Αμερικής δείχνουν ότι δεν μπορεί να υπάρξει πλήρης δημοκρατία όταν τα ΜΜΕ προτιμούν την πολεμική, καθώς και την πολιτική εργαλειοποίηση, από τα γεγονότα και την εξήγησή τους.

[1] Μέτρο της εισοδηματικής ανισότητας σε μια χώρα, από το 0 που δηλώνει τη μεγαλύτερη ισότητα έως 1 για τη μεγαλύτερη ανισότητα.

[2] Observatoire latino-américain de médias et convergence.

[3] Πρώτη σε αριθμό εκδόσεων εφημερίδα και το 60% της αγοράς καλωδιακής τηλεόρασης

**Δημοσιεύτηκε αρχικά στις 20 Απριλίου 2017 στη στήλη “Tribuna” του εβδομαδιαίου γαλλικού περιοδικού Politis.

Συντάκτες :

Elsa Broclain, doctorante, EHESS-CRAL

Nicolas Fayette, doctorant, Sorbonne Nouvelle – IHEAL – CREDA

Gilles Martinet, doctorant, Sorbonne Nouvelle – IHEAL – CREDA

Florian Opillard, doctorant, EHESS

Sylvain Pablo Rotelli, doctorant, Paris 1 – IRD

Gianna Schmitter, doctorante, Sorbonne Nouvelle – CRICCAL

Για να υπογράψετε, στείλτε στη διεύθυνση: media.amlat@gmail.com

******

αρχείο λήψης (40)

Por: Publicado en Politis de Francia

 Fidel Castro impulsó la integración latinoamericana

Ante el cuestionable tratamiento mediático de las izquierdas latinoamericanas por los medios de comunicación franceses, un conjunto de investigadores y especialistas de esta región ha deseado rectificar en esta tribuna algunas contra-verdades.

En nuestra calidad de investigadores y especialistas en América Latina, la presencia de esta región en la campaña electoral francesa hubiera debido ser motivo de regocijo. Sin embargo, observamos con inquietud el tratamiento mediático del que es objeto. Después de algunas referencias humorísticas a la insularidad de la Guayana, nos alertó el grado de desinformación que evidencian las recientes polémicas, que van de la simplificación a interpretaciones totalmente fantasiosas.

Esto nos preocupa aun más pues constatamos que grandes periódicos nacionales movilizan a figuras políticas complejas de la historia reciente para alimentar una confusión ya presente en las izquierdas radicales y el autoritarismo, como por ejemplo el titular sensacionalista del diario

Le Figaro”: “CASTRO, CHÁVEZ, … MELENCHON, ¿EL APÓSTOL DE LOS DICTADORES REVOLUCIONARIOS

No podemos dejar de interrogarnos: ¿se trata sólo de provocar el terror de un auditorio de electores indecisos? En efecto, numerosos medios de comunicación parecen no retener del balance de las izquierdas latinoamericanas sino los elementos que pueden contribuir a presentarlos como un espantapájaros, con el objeto de restar credibilidad a los movimientos políticos que se inspiran parcialmente de ellos.

Ante temas complejos y con frecuencia desconocidos, ciertos medios de comunicación tienen tendencia a tomar libertades con la historia y las realidades sociales contemporáneas de la región. Incluso en los medios de comunicación del servicio público, en particular el canal de televisión France 2, por ejemplo, en un reportaje de 2012 sobre la reelección de Hugo Chávez, lleno de errores groseros y de juicios, o más recientemente, en mayo de 2016, con la intervención de François Lenglet en el programa “Des paroles et des actes” (Palabras y actos), donde acusa infundadamente de corrupción al presidente Evo Morales. Más allá de las imprecisiones factuales, constatamos una falta de interés generalizada en una comprensión real de las transformaciones sociales y políticas.

Algunos periodistas conocen a fondo los asuntos latinoamericanos contemporáneos y acuden a expertos capaces de proponer análisis muy agudos, en particular en el caso de la crisis política, económica y social de Venezuela. Pero frecuentemente los comentaristas más influyentes transmiten una visión fragmentada y estereotipada de la situación. “¿Venezuela? ¡Fácil! ¡Mucho petróleo, presidentes autoritarios que monopolizan la televisión, una alimentación racionada y manifestaciones!”

El análisis de las causas estructurales y a largo plazo resulta obviamente menos atractivo para comprender las realidades económicas, sociales y políticas contemporáneas. Pese a su carácter fundamental, no se trata el tema de la inserción de los países latinoamericanos en la división internacional del trabajo y los “intercambios desiguales”. Sin embargo, uno de los principales factores de las economías de estos países reside justamente en el hecho de que dependen en gran parte de la exportación de materias primas y que la volatilidad de los precios de éstas tienen repercusiones inmediatas en las tasas de cambio y los mercados financieros nacionales.

En la esfera académica, lo que ha sido teorizado como el “síndrome holandés” o “la maldición de los recursos naturales” (a largo plazo, los resultados económicos de un país son inversamente proporcionales a la amplitud de sus recursos naturales), parece ser desconocido por análisis periodístico que se pretenden científicos y objetivos.

Nuestro propósito aquí no es explicar y aún menos justificar, los errores de los gobiernos que llegaron al poder desde los años 2000. Al contrario, se trata de invitar a desarrollar análisis críticos reales y superar la hipnosis de la instantaneidad. Así, es posible superar interpretaciones simplistas que designan a los regímenes “buenos” o “malos” e intentar comprender los procesos históricos que generan situaciones particulares.

La larga formación de la ola de nuevas izquierdas

¿Qué era Venezuela antes de Chávez, Ecuador antes de Correa, Bolivia antes de Morales, Brasil antes de Lula, Argentina antes de Kirchner?

Partamos de un tema preciso: la inflación en Argentina durante la era de Kirchner. Para comentarla, sería preciso tomar en cuenta la debilidad estructural de la moneda argentina, causa ya de hiperinflación durante la presidencia de Raúl Alfonsín, en 1988. Sería preciso recordar la re-especialización de la economía en torno a la exportación de materias primas agrícolas iniciada a fines de los años 1979 con el cese de las políticas de industrialización para substituir las importaciones, reforzada por las condiciones draconianas impuestas por el currency board y las medidas aplicadas en la década de Carlos Menem.

Este último ejecutó al pie de la letra los programas de reajuste estructural recomendados por el Fondo Monetario Internacional (FMI) mediante la privatización de infraestructuras, empresas públicas y sectores enteros de los servicios sociales. No podemos tampoco dejar de mencionar las condiciones de introducción de políticas neoliberales tanto en Argentina como en Chile – considerada por muchos historiadores como un “laboratorio” en el cual el choque fue especialmente brutal – por dictaduras asociadas a las élites económicas locales con el apoyo del gobierno estadounidense a través del tristemente célebre Plan Cóndor, instrumento de lucha contra los comunismos y las izquierdas. Cada pregunta parece sacar un hilo de una desesperante madeja de procesos históricos y políticos. El tiempo y la complejidad de las situaciones no pueden ser sistemáticamente explicados por los medios de comunicación, pero sí deberían al menos aportar elementos para alimentar los análisis.

Los gobiernos que precedieron a la “ola de las izquierdas” latinoamericanas llevaron a sus respectivos países a crisis económicas, sociales y políticas inéditas. Son embargo, ante políticas autoritarias y resultados económicos catastróficos, las opciones de estos dirigentes rara vez fueron cuestionadas por los discursos mediáticos franceses, como si la sumisión a las reglas del FMI garantizara la buena conducta para los “países periféricos”.

Evidentemente, los gobiernos de las nuevas izquierdas no disfrutaron de la misma indulgencia mediática. Sin embargo, sus progresos sociales y democráticos son numerosos. Las derivas y los fracasos son suficientemente conocidos y comentados en Francia para que no sea preciso citarlos. Tracemos más bien un sucinto panorama de los éxitos en los últimos 15 años.

Estos movimientos políticos se originaron en las movilizaciones sociales de las décadas de 1990 y del 2000, y se estructuraron en torno a los sindicatos, a grupos de militantes por los derechos de los pueblos indígenas, colectivos y asociaciones de barrio, de defensa del ambiente o feministas. En el escenario político, se caracterizan por la voluntad de situarse entre la social-democracia y la izquierda radical. Las prácticas de desintermediación del acceso a la política institucional deberían permitir la reapropiación de lo político y la ampliación de la participación.

En este sentido, las reformas constitucionales permitieron la introducción de referendos revocatorios en Venezuela o en Bolivia y en Ecuador la constitucionalización del buen vivir. A pesar de algunas semejanzas, estas “nuevas izquierdas” son extremadamente diversas y comprenden tanto a los gobiernos bolivarianos o de inspiración eco-socialista que pretenden romper con el neoliberalismo (Venezuela, Ecuador y Bolivia) como a los gobiernos progresistas socio-liberales (Argentina, Brasil, Uruguay y, en cierta medida, Chile).

En el plan social, las extremas desigualdades del continente no son lamentablemente recientes ni imputables a los gobiernos de izquierda. A través de diferentes estrategias y sin lograr liberarse de la renta producto de la exportación de materias primas, las políticas públicas de estos países han concentrado sus esfuerzos en reducir la fractura social. A pesar de la crisis económica, los años 2000 permitieron a más de 30 millones de brasileños superar la pobreza. En Bolivia, la proporción de la población que vivía en condiciones de pobreza crítica pasó de 66,4% en el año 2000 a 38,9% en 2015, mientras en Ecuador pasó de 44,6% en 2004 a 22,5% en 2014.

En Venezuela, el índice de escolarización a nivel secundario pasó de 47% en 1995 a 75% en 2007, mientras el coeficiente de Gini [1] pasó de 0,435 à 0,402 y que millares de viviendas fueron construidas. Bajo las presidencias de Kirchner (2003-2015), Argentina inició un proceso de reconstrucción de los fundamentos del Estado social a través de la instauración de un subsidio universal para los niños, de pensiones de jubilación para todos y de la garantía de gratuidad de los sectores públicos (salud, educación).

Los medios de comunicación y la polarización política

La mayoría de los medios de comunicación pertenecen a grandes grupos de comunicación que son a la vez importante actores políticos. En América Latina, un informe del Observacom [2] evaluó en 60% esta concentración en el conjunto de la región. En este contexto, algunos gobiernos intentaron proponer alternativas para garantizar el pluralismo mediático y la libertad de expresión. Un ejemplo es la Ley de Medios argentina, cuyo objetivo es limitar la concentración de medios de comunicación en grandes grupos, reforzar los medios del sector público y favorecer el desarrollo de medios asociativos, cooperativos o locales en todo el territorio.

Viendo un riesgo para su expansión comercial, el Grupo Clarín, principal conglomerado de prensa argentino [3] se convirtió en opositor radical del gobierno de Kirchner. En reacción a estos comportamientos, los medios de comunicación públicos de algunos países se convirtieron a su vez en tribunas para sus gobiernos respectivos, reforzando así el mecanismo de polarización.

La polarización política es por lo tanto obra de los medios de comunicación. La velocidad con la que el nuevo Presidente argentino, Mauricio Macri, derogó la Ley de Medios ilustra la importancia para las derechas latinoamericanas de la potencia mediática. Lamentablemente, la prensa francesa – quizás demasiado segura de la imparcialidad periodística – retoma con frecuencia análisis de prensa favorables a los sectores conservadores y neoliberales.

Así la crisis política brasileña que permitió la instauración del gobierno ultra-liberal de Michel Temer fue conocida en Francia a través de la mirada de medios favorables a la élite económica, como Globo, Folha de São Paulo, Estadão de São Paulo o Veja, que participaron más o menos activamente a la destitución muy poco democrática de Dilma Rousseff.

Así se ha elaborado la ignorancia de las evoluciones democráticas y políticas que atraviesan las sociedades latinoamericanas. Más allá de políticas gubernamentales, observar a América Latina sólo a través de la oportuna denuncia de derivas chavistas o castristas y de un “miserabilismo” condescendiente contribuye a mantener representaciones eurocentristas que niegan toda fuerza original, creadora y liberadora a sociedades particularmente innovadoras en el plano socio-político y regularmente agitadas por movilizaciones colectivas

Estas últimas, como todos los movimientos de organización colectiva “de base”, son poco citadas en los medios de comunicación dominantes, aunque representan hoy en día uno de los fenómenos políticos más interesantes.

La imagen muy aproximativa que dan estos medios de las diversas realidades latinoamericanas favorece el predominio de una desinformación generalizada, que permite a textos poco serios tener gran éxito, uniéndose a esta espesa neblina. Así, cuando un artículo relaciona insidiosamente las situaciones contemporáneas y las dictaduras militares de las décadas de 1960, 1970 y 1980, sus términos, que se sirven de una demagogia que pretenden denunciar, parecen casi aceptables. ¿Cómo no reaccionar y condenar esos discursos, cuando todavía viven con nosotros exilados políticos y sus hijos?

Es lamentable que en la arena política las mujeres y los hombres deformen las realidades sociales para manipularlas en su favor. En este caso, si se puede reprochar a Jean-Luc Melenchon que mencione solamente los éxitos de las izquierdas latinoamericanas, en ningún caso sería sensato o legítimo oponer una lectura diametralmente opuesta: la función del periodista, como la del investigador, es intentar hacer al mundo más inteligible. Sin embargo, desde hace unos diez días, asistimos a una presentación muy discutible de América Latina en la prensa francesa. Alimentados tanto por un cinismo político y electoral como por un eurocentrismo latente, reducen la historia de América Latina y su complejidad social y política a una caricatura. Algunos ejemplos latinoamericanos muestran que no puede haber democracia plena cuando los medios de comunicación prefieren la polémica, e incluso la instrumentalización política, a los hechos y a su explicación.

**Publicado originalmente el 20 de abril 2017 en la sección “Tribuna” del semanario francés Politis.

 [1] Medida de la desigualdad de ingresos en un país, de 0 para el más igualitario a 1 para el más desigual.

 [2] Observatoire latino-américain de médias et convergence.

[3] Primer diario en número de ediciones y 60% del mercado de la televisión por cable

grecia.embajada.gob.ve

Advertisements