Χοσέ Μαρτί: Ο ποιητής της κουβανικής ανεξαρτησίας

Σημείο αναφοράς και έμπνευσης γιά τους ηγέτες της Επανάστασης στο νησί

photo-1-1024x1024.jpeg

O Xοσέ Μαρτί, ποιητής και κορυφαίος μαχητής της Κουβανικής ανεξαρτησίας,είναι από τις πλέον εμβληματικές φυσιογνωμίες της ιστορίας της Κούβας.

Αποτέλεσε σημείο αναφοράς και έμπνευσης γιά τους ηγέτες της Επανάστασης στο νησί και ιδιαίτερα γιά τον Τσε Γκεβάρα και τον Φιντέλ Κάστρο.

Γεννημένος σαν σήμερα, 28 Γενάρη, το 1853 στην Αβάνα από Iσπανούς γονείς, άρχιζε να δημοσιεύει ποίηματα του σε τοπικές εφημερίδες σε ηλικία μόλις 16 ετών. Το 1869, η υποστήριξη που παρείχε μέσω των γραπτών του στους ξεσηκωμένους κουβανούς ενάντια στο αποικιοκρατικό καθεστώς, τον έβαλε σε σοβαρά προβλήματα.

Συνελήφθη και καταδικάστηκε σε έξι χρόνια καταναγκαστική εργασία γιά προδοσία και υποκίνηση ανταρσίας. Με παρέμβαση των γονιών του η ποινή του μειώθηκε, ο ίδιος όμως εξορίστηκε στην Ισπανία. Ευρισκόμενος στην Ευρώπη ο Μαρτί σπούδασε Νομικά συνεχίζοντας ταυτόχρονα να γράφει γιά την κατάσταση που επικρατούσε στην Κούβα. Κατά την ίδια περίοδο χρειάστηκε να χειρουργηθεί δύο φορές προκειμένου να διορθωθεί η βλάβη που είχαν υποστεί τα πόδια του από τις χειροπέδες των φυλακών.

Το 1875 πηγαίνει στο Μεξικό όπου ξαναβρίσκεται με την οικογένεια του. Μέσα σε δύο χρόνια δημοσίευσε μεγάλο αριθμό ποιημάτων, όπως επίσης μεταφράσεις αλλά και ένα δικό του θεατρικό έργο το οποίο παίχτηκε σε θέατρο του Μεξικού. Επέστρεψε στην Κούβα το 1877 έχοντας αλλάξει το όνομα του αλλά έμεινε λιγότερο από ένα μήνα πριν φύγει γιά τη Γουατεμάλα, μέσω Μεξικού.

Εκεί βρήκε δουλειά ως καθηγητής Φιλολογίας και παντρεύτηκε την Κάρμεν Ζάγιας Μπαζάν. Στη θέση του καθηγητή έμεινε ένα χρόνο καθώς παραιτήθηκε διαμαρτυρόμενος γιά την άδικη απόλυση ενός συναδέλφου και συμπατριώτη του από το ίδιο τμήμα. Έτσι, επέστρεψε και πάλι στην Κούβα όπου συνέχισε να δουλεύει ως καθηγητής. Όχι όμως γιά πολύ, μιάς και κατηγορήθηκε από τις αρχές γιά συνωμοσία εναντίον της ισπανικής αποικιοκρατίας και ξαναεξορίστηκε στην Ισπανία. Από εκεί έφυγε γιά τη Νέα Υόρκη.

Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στις Ηνωμένες Πολιτείες ο Μαρτί αποδείχθηκε ιδιαίτερα παραγωγικός. Υπηρέτησε ως Πρόξενος της Ουρουγουάης, της Παραγουάης και της Αργεντινής, έγραψε άρθρα τόσο στον τοπικό Τύπο όσο και σε εφημερίδες χωρών της Λατινικής Αμερικής λειτουργώντας άτυπα ως ανταποκριτής. Την ίδια περίοδο έγραψε κάποια απ’ τα σημαντικότερα του ποίηματα ενώ προσπαθούσε με κάθε τρόπο να ενισχύσει το κίνημα ανεξαρτησίας στην Κούβα που ολοένα και δυνάμωνε. Το 1895 μαζί με μιά ομάδα εξόριστων Kουβανών, υπό την αρχηγία του Μάξιμο Γκόμεζ, αποβιβάζεται στο νησί και παίρνει μέρος στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα. Κατά τη διάρκεια του ανταρτοπόλεμου ο Μαρτί σκοτώνεται ηρωικά χωρίς να προλάβει να δεί τη χώρα του να απελευθερώνεται από τα δεσμά της ισπανικής αποικιοκρατίας, κάτι που συνέβη το 1902.

Η ηρωοποίηση του Χοσέ Μαρτί στα μάτια των επόμενων γενεών συνέβη όχι γιατί ήταν κάποιος πολεμιστής, στρατιωτικός η πολιτικός, αλλά διότι αφιέρωσε τη ζωή του γιά το σκοπό της κουβανικής ανεξαρτησίας. Δεν έμεινε στην ιστορία γιά στρατηγικές ικανότητες ή πολεμικές αρετές, αλλά γιά το γεγονός ότι στο επίκεντρο όλων του των γραπτών – και εν των γένει πνευματικών κληροδοτημάτων – υπήρχε η δίψα γιά απελευθέρωση της Κούβας από τους αποικιοκράτες. Το ποιητικό και συγγραφικό του έργο αποτέλεσε το πνευματικό έναυσμα γιά τη φλόγα του απελευθερωτικού αγώνα και γι’ αυτό ο Μαρτί εορτάζεται μέχρι και σήμερα στην Κούβα ως ο Εθνικός Ποιητής του νησιού.

Στα συγγράματα τους, τόσο ο Ερνέστο Γκεβάρα όσο και ο Φιντέλ Κάστρο (όπως και άλλα στελέχη της μετέπειτα Επανάστασης), αναφέρονται στο Χοσέ Μαρτί ως πηγή έμπνευσης και επαναστατικού πνεύματος. Ως ελάχιστο φόρο τιμής στον πατριώτη και ποιητή, η Κουβανική κυβέρνηση έδωσε το όνομα του στο διεθνές αεροδρόμιο της Αβάνας, μετονομάζοντας το από Ράνκο-Μπογιέρος σε “Χοσέ Μαρτί”.

 Το χιλιοτραγουδισμένο κουβανικό τραγούδι Guantanamera έχει γραφτεί πάνω σε στίχους του ποιητή Χοσέ Μαρτί

Παράρτημα 2 : «Θα σηκώσω όρθιο τον κόσμο!» Γράμματα του Χοσέ Μαρτί

«Ήδη μπορώ να γράψω…Ήδη διατρέχω κάθε μέρα τον κίνδυνο να δώσω τη ζωή μου για την πατρίδα και για το καθήκον μου – δεδομένου ότι το καταλαβαίνω κι έχω το κουράγιο που χρειάζεται για να το κάνω – το καθήκον να εμποδίσω έγκαιρα για την ανεξαρτησία της Κούβας την επέκταση των Ηνωμένων Πολιτειών στις Αντίλες και το να ριχτούν μ’ αυτή την περίσσεια δύναμη στα εδάφη μας της Αμερικής. Όσα έκανα μέχρι τώρα, και όσα θα κάνω, γι’ αυτό το σκοπό είναι…

Έζησα μέσα στο τέρας και ξέρω τα σωθικά του. Και η σφεντόνα του Δαβίδ… Έφτασα με το στρατηγό Μάξιμο Γκόμες και με τέσσερις ακόμα σε μια βάρκα, όπου χειρίστηκα το κουπί της πλώρης μέσα σε καταιγίδα κι έφερα τη βάρκα σ’ ένα γεμάτο πέτρες άγνωστο ακρογιάλι μας. Για δεκατέσσερις μέρες περπάτησα μέσα από αγκάθια και υψώματα φορτωμένος με το ηθικό και την καραμπίνα μου.

Στο πέρασμά μας ξεσηκώνουμε κόσμο. Μέσα στην καλοσύνη των ψυχών βλέπω τη ρίζα αυτής της στοργικής φροντίδας μου για τα βάσανα του ανθρώπου και για το πόσο είναι δίκαιο να το γιατρέψουμε: Οι κάμποι είναι δικοί μας… Ξέρω θα εξαφανιστώ. Όμως δεν θα εξαφανιζόταν μαζί με εμένα η σκέψη μου ούτε θα με τρόμαζε το σκοτάδι μου. Κι όσο θα έχουμε μορφή ανθρώπου, θα οικοδομούμε. Ξεπλήρωσέ το αυτό το χρέος σε μένα, ή σε άλλους… Ήδη ξέρω τις – σιωπηλές – επιπλήξεις σου μετά το ταξίδι μου…

Στρατόπεδο του Ντος Ρίος, 18 Μάη 1895. (Στον Μανουέλ Α. Μερκάντο, «το φίλο της ψυχής μου», «τον πιο αγαπημένο μου αδελφό»).

Εγώ αναλογίστηκα τον πόλεμο: η ευθύνη μου αρχίζει μ’ αυτόν, αντί να τελειώνει.

Για μένα η πατρίδα δεν θα είναι ποτέ θρίαμβος, αλλά αγωνία και καθήκον. Ήδη κοχλάζει το αίμα. Τώρα πρέπει να δώσουμε στη θυσία σεβασμό και έννοια ανθρώπινη και αξιαγάπητη: Πρέπει να κάνουμε ορατό – και απρόσβλητο- τον πόλεμο. Αν ο πόλεμος με διατάξει – όπως και είναι η μοναδική επιθυμία μου – να μείνω μέσα σ’ αυτόν. Αν με διατάξει – καρφώνοντάς μου την ψυχή – να πάω μακριά από εκείνους που πεθαίνουν όπως θα ήξερα εγώ να πεθάνω, θα έχω το κουράγιο να το κάνω. Όποιος σκέπτεται τον εαυτό του δεν αγαπάει την πατρίδα…

Θα σηκώσω όρθιο τον κόσμο. Όμως η μοναδική επιθυμία μου θα ήταν να πολεμήσω εδώ, με τον τελευταίο μαχητή. Και να πεθάνω σωπαίνοντας. Για μένα ήρθε ήδη η ώρα. Όμως μπορώ ακόμα να υπηρετήσω αυτή την μοναδική καρδιά των δημοκρατιών μας. Οι ελεύθερες Αντίλες θα σώσουν την ανεξαρτησία της Αμερικής μας και την ήδη αμφίβολη και τραυματισμένη τιμή της αγγλικής Αμερικής και ίσως θα επιταχύνουν και θα στεριώσουν την ισορροπία του κόσμου. Κοίταξε αυτό που κάναμε – εσύ με τα μέτρα της νιότης σου κι εγώ με τα δείγματα της ξεσκισμένης καρδιάς μου.

Ας κάνουμε πάνω από τη θάλασσα – μ’ αίμα κι αγάπη – αυτό που κάνει στο βάθος της θάλασσας η οροσειρά από φωτιά των Άνδεων… Αντίο, σε σένα και στους ευγενικούς κι επιεικείς φίλους μου. Σας χρωστάω την ευδαιμονία του μεγαλείου και της αγνότητας μέσα σ’ αυτό το τραχύ και άσχημο ανθρώπινο σύμπαν. Ύψωσε δυνατά τη φωνή σου: γιατί, αν πέσω, θα είναι επίσης για την ανεξαρτησία της δικής σου πατρίδας.

(Στον Φεντερίκο Ενρίκες-ι-Καρβεχάλ).

Ας πεθάνουμε οι μεν και ας ετοιμαστούν εκείνοι που δεν έχουν το δικαίωμα να πεθάνουν να βάλουν το όπλο στο χέρι των νέων στρατιωτών της ελευθερίας μας. Όρθιοι, όπως στην άκρη ενός τάφου, ας ανανεώσουμε τον όρκο των ηρώων.

10 Οκτώβρη του 1889.

* Πηγές:
guevaristas.net
rizospastis.gr
havanarisquet
e-oikodomos
leninreloaded

toperiodiko.gr

Advertisements