Μάριο Μπενεντέτι (1920-2009)

Μία από τις κορυφαίες μορφές στη σύγχρονη Γραμματεία της Ουρουγουάης αλλά και όλης της Λατινικής Αμερικής, ποιητής, συγγραφέας και δημοσιογράφος.

csuwwfnwcaaj22
Γεννήθηκε στο Πάσο ντε λος Τόρος (από Ιταλούς μετανάστες) στις 14 Σεπτέμβρη του 1920. Ξξεκίνησε ως δημοσιογράφος στο εβδομαδιαίο περιοδικό «Marcha» από το 1945 μέχρι το κλείσιμό του από τη δικτατορία. Με την νουβέλα του «La tregua» («Η ανακωχή, 1960)κατέκτησε τη διεθνή αναγνώριση και δίδασκε Λατινοαμερικάνικη Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο του Μοντεβιδέο.
Αμέσως μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα το 1973 εγκατέλειψε τη θέση του στο Πανεπιστήμιο και έφυγε από τη χώρα, μεταβαίνοντας αρχικά στο Μπουένος Αϊρες, κατόπιν στο Περού, στην Ισπανία και την Κούβα, όπου από το 1976 άρχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο Κέντρο Λογοτεχνικών Ερευνών, στην« Casa de las Americas» στην Αβάνα.

Εζησε εξόριστος και επέστρεψε στο Μοντιβιδέο το 1983. Στις επτά σχεδόν δεκαετίες η λογοτεχνική του παραγωγή περιλαμβάνει πάνω από 80 τίτλους μυθιστορημάτων, διηγημάτων, ποιημάτων και δοκιμίων, ενώ πολλά από αυτά μεταφράστηκαν σε 18 γλώσσες, όπως το «Ευχαριστώ για τη φωτιά», οι «Ανεμοι της εξορίας» και άλλα. Η διείσδυσή του σε διαφορετικά στρώματα της κοινωνίας της χώρας του καταγράφηκε έντονα στις δημόσιες αναγνώσεις ποιημάτων του όπου επικρατούσε το αδιαχώρητο.

Στα διηγήματά του ο Μπενεντέτι ιχνηλάτησε, με τις ευρηματικές περιγραφές του, τη χαμηλόφωνη γλυκύτητα του Μοντεβιδέο, αλλά και την απελπισία του γραφειοκρατικού κυκεώνα. Στην τελευταία ποιητική συλλογή του, η θεματολογία του περιστρέφεται στα γηρατειά και στην κακοφωνία της διεθνούς πολιτικής. Ο ίδιος, περιπαικτικά χαρακτήριζε την απαισιοδοξία του «πληροφορημένη αισιοδοξία» και διατράνωνε πως τα νιάτα είναι η ελπίδα για το μέλλον. Ο Μπενεντέτι υπήρξε δημοφιλής και αγαπητός μέχρι τέλους.

Τα ερωτικά του ποιήματα, ανάμεσά τους το «Μην Κρατιέσαι», που προτρέπει στη ριψοκίνδυνη ζωή και το«Ας κάνουμε μια συμφωνία», είναι ζωντανοί ύμνοι στα χέρια εκατομμυρίων νέων από τη Λατινική Αμερική που τα ανταλλάσσουν με πάθος στο Διαδίκτυο. Έγραψε περισσότερα από 80 μυθιστορήματα, ποιήματα, νουβέλες και δοκίμια καλύπτοντας μια χρονική περίοδο μεγαλύτερη των 60 χρόνων.

anagogi

Μάριο Μπενεδέτι (Mario Benedetti): Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔμαθε νὰ γαβγίζει

ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ὅ­τι ἦ­ταν χρό­νια σκλη­ρῆς καὶ πραγ­μα­τι­κῆς μα­θη­τεί­ας, μὲ πα­ρο­δι­κὰ πα­ρα­στρα­τή­μα­τα κα­τὰ τὰ ὁ­ποῖ­α ἦ­ταν ἕ­τοι­μος νὰ τὰ πα­ρα­τή­σει. Στὸ τέ­λος, θρι­άμ­βευ­σε, ὡ­στό­σο, ἡ ἐ­πι­μο­νὴ καὶ ὁ Ρα­ϊ­μοῦν­δο ἔ­μα­θε νὰ γα­βγί­ζει. Ὄ­χι νὰ μι­μεῖ­ται γα­βγί­σμα­τα, ὅ­πως συ­νη­θί­ζουν νὰ κά­νουν με­ρι­κοὶ πλα­κα­τζῆ­δες, ἢ ποὺ θω­ροῦν τοὺς ἑ­αυ­τούς τους τέ­τοι­ους, ἀλ­λὰ νὰ γα­βγί­ζει κα­νο­νι­κά. Τί τὸν εἶ­χε ὠ­θή­σει σ’ αὐ­τὴν τὴν ἐκ­παί­δευ­ση; Μπρο­στὰ στοὺς φί­λους του αὐ­το­σαρ­κά­ζο­ταν μὲ χι­οῦ­μορ: «Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι ὅ­τι γα­βγί­ζω γιὰ νὰ μὴν κλά­ψω.» Ὁ πιὸ ἰ­σχυ­ρὸς λό­γος, ὅ­μως, ἦ­ταν ἡ φραγ­κι­σκα­νι­κὴ σχε­δὸν ἀ­γά­πη του πρὸς τ’ ἀ­δέρ­φια του, τοὺς σκύ­λους. Ἀ­γά­πη ση­μαί­νει ἐ­πι­κοι­νω­νί­α.

       Πῶς ἀ­γα­πᾶ, λοι­πόν, κα­νείς, ὅ­ταν δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἐ­πι­κοι­νω­νή­σει μὲ τὸν ἄλ­λον;

 Γιὰ τὸν Ρα­ϊ­μοῦν­δο ἡ μέ­ρα ποὺ τὸ γά­βγι­σμά του ἔ­γι­νε ἐ­πι­τέ­λους κα­τα­νο­η­τὸ ἀ­πὸ τὸν Λέ­ο, τὸν σύν­τρο­φο σκύ­λο του, καὶ (κά­τι ἀ­κό­μα πιὸ ἀ­πί­στευ­το) ὅ­ταν ἐ­κεῖ­νος κα­τά­λα­βε τὸ γά­βγι­σμα τοῦ Λέ­ο, ση­μα­το­δό­τη­σε μιὰ ἀ­πί­στευ­τη ἱ­κα­νο­ποί­η­ση. Ἀ­πὸ κεί­νη τὴ μέ­ρα ὁ Ρα­ϊ­μοῦν­δο καὶ ὁ Λέ­ο ξά­πλω­ναν φαρ­διὰ-πλα­τιά, συ­νή­θως κα­τὰ τὸ δει­λι­νό, κά­τω στὸν κυ­κλο­φο­ρια­κὸ κόμ­βο καὶ συ­νο­μι­λοῦ­σαν πά­νω σε γε­νι­κὰ θέ­μα­τα. Πα­ρὰ τὴν ἀ­γά­πη του γιὰ τοὺς συν­τρό­φους σκύ­λους, ὁ Ρα­ϊ­μοῦν­δο δὲν εἶ­χε φαν­τα­στεῖ πο­τὲ ὅ­τι ὁ Λέ­ο εἶ­χε μιὰ τό­σο σο­φὴ ἄ­πο­ψη γιὰ τὸν κό­σμο.

      Ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα πῆ­ρε τε­λι­κά το θάρ­ρος νὰ τὸν ρω­τή­σει μὲ κάμ­πο­σα ἐ­πι­φυ­λα­κτι­κὰ γα­βγί­σμα­τα: «Πές μου, εἰ­λι­κρι­νά, Λέ­ο, τί γνώ­μη ἔ­χεις γιὰ τὸν τρό­πο ποὺ γα­βγί­ζω;» Ἡ ἀ­πάν­τη­ση ­τοῦ Λέ­ο ἦ­ταν ἀρ­κε­τὰ στα­ρά­τη: «Θὰ ἔ­λε­γα ὅ­τι εἶ­σαι ἀρ­κε­τὰ κα­λός, ἀλ­λὰ θὰ πρέ­πει νὰ βελ­τι­ω­θεῖς. Τὸ γά­βγι­σμά σου ἔ­χει ἀ­κό­μα ἀν­θρώ­πι­νη προ­φο­ρά.»

Πη­γή: on line ἀ­πὸ τὰ Ἱ­σπα­νι­κά: www.4.loscuentos.net  

Advertisements